σαρκόκολλα

η / σαρκοκόλλα, ΝΑ
φυτικό κόμμι, το οποίο ονομάστηκε έτσι από την ιδιότητά του να θεραπεύει, να επουλώνει τις πληγές
αρχ.
το φυτό αργεμώνη, η αγριοπαπαρούνα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < σάρξ, σαρκός + κόλλα. Την λ. δανείστηκαν οι ξεν. γλώσσες, πρβλ. αγγλ. sarcocolla].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σαρκοκολλίνη — η, Ν κόμμι με θεραπευτικές ιδιότητες, η σαρκόκολλα. [ΕΤΥΜΟΛ. < σαρκόκολλα + κατάλ. ίνη] …   Dictionary of Greek

  • sarcocola — (Del gr. sarkokolla < sarx, sarkos , carne + kolla, goma.) ► sustantivo femenino BOTÁNICA Goma aromática de color amarillento o rojizo y sabor amargo, que brota de un arbusto de Arabia y que se utilizaba para curar las heridas. * * * sarcocola …   Enciclopedia Universal

  • κόλλα — Γενική ονομασία για οποιαδήποτε ουσία έχει την ιδιότητα να προσκολλάται σε διάφορα αντικείμενα και να τα συγκρατεί με σταθερό τρόπο· ο όρος αναφέρεται, κυρίως, σε εκείνες τις ουσίες που προέρχονται από οργανικές ενώσεις, και συγκεκριμένα από… …   Dictionary of Greek

  • σάρκα — η / σάρξ, σαρκός, ΝΜΑ, και αιολ. τ. σύρξ Α 1. το μυώδες μέρος τού σώματος τών ανθρώπων και τών ζώων, το κρέας (α. «στα μέρη όπου λαγωνικά τα δάχτυλα / μυρίζονται τη σάρκα», Ελύτης β. «ἔγκατά τε σάρκας τε καὶ ὀστέα», Ομ. Οδ.) 2. το μέρος αυτό τού… …   Dictionary of Greek

  • sarcocola — (Del lat. sarcocolla, y este del gr. σαρκοκόλλα). f. Goma casi transparente que fluye por la corteza de un arbusto de Arabia parecido al espino negro …   Diccionario de la lengua española

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.